Πολεμικές Τέχνες, Μαχητικά Αθλήματα ή Αυτοάμυνα; Ανατρεπτικοί στοχασμοί από τον Δάσκαλο Γιώργο Μουρατίδη

Με το τέλος του β’ Παγκοσμίου πολέμου (1945) και την κατάληψη της Ιαπωνίας από τις ΗΠΑ παράλληλα με τη συμμετοχή ευρωπαϊκών χωρών και της Ελλάδας,  στον πόλεμο της Κορέας (1953), ο δυτικός κόσμος ήρθε σε πιο στενή επαφή με το χώρο των Πολεμικών Τεχνών που γνώριζαν μεγάλη άνθιση από αιώνες στην Άπω ανατολή.

Επιστρέφοντας από τις διάφορες στρατιωτικές αποστολές αμερικανοί και ευρωπαίοι πρώην στρατιώτες έφεραν με τις αποσκευές τους τις πλέον κλασικές τέχνες της ανατολής όπως Καράτε, Τζούντο, ΤΚ D και άλλα.

Έως τότε στην  Ευρώπη διαδεδομένες, αποδεκτές και πάρα πολύ δημοφιλείς ήταν τα Ολυμπιακά αθλήματα – τέχνες της Πυγμαχίας, Πάλης (ελευθέρας και ελληνορωμαϊκής) .

Από τη δεκαετία του 50, σε μετάφραση της αγγλικής ορολογίας, επικράτησε ο όρος Πολεμικές Τέχνες (Martial Arts) για όλα τα ανατολικής επιρροής  στυλ τα οποία όμως  δεν ήταν ακριβώς αθλήματα δεδομένου ότι δε αποτελούσαν μέρος του προγράμματος των Ολυμπιακών αγώνων αλλά και δεν περιλάμβαναν στη εκπαίδευση τους ιδιαίτερα αθλητικά στοιχεία (ταχύτητα, αντοχή, δύναμη κλπ) αλλά περισσότερο στόχευαν σε τεχνικά στοιχεία με αρκετά πνευματικά στοιχεία. (διαλογισμός, ηρεμία, αρμονία κλπ).

Στις δεκαετίες του 70 και μετά, δημιουργήθηκε η  ανάγκη να αποκτήσουν πιο δυναμικό και  αθλητικό χαρακτήρα. Και αυτό γιατί όλο και περισσότεροι ασχολούνταν πλέον με αυτές τις Τέχνες, αυξήθηκε ο ανταγωνισμός και κάποια από αυτά μπήκαν στο πρόγραμμα των Ολυμπιακών Αγώνων.

Έτσι παρατηρούμε την αλλαγή στην ορολογία από πολεμικές σε μαχητικές  τέχνες (οι ανατολικοί τα χαρακτήρισαν και αθλήματα μονομαχίας) και πλέον στη δεκαετία του 90 σε Μαχητικά Αθλήματα.

Ανατρέχοντας στην κοινωνική ιστορία και για ποιο λόγο δημιουργήθηκαν και αναπτύχθηκαν αυτές οι Τέχνες θα παρατηρήσουμε δύο βασικές θεωρήσεις.

Η πρώτη, πιο ρεαλιστική, αναφέρει ότι οι κοινωνίες – κράτη βασίζονταν σε μεγάλο ποσοστό έως και τον 19ο αιώνα σε πολέμους ώστε να επιβάλουν την ισχύ τους και ως εκ τούτου η τάξη των πολεμιστών – στρατιωτικών  ήταν από τις κυρίαρχες και η διατήρηση της υπόστασης τους απαιτούσε την δημιουργία και καλλιέργεια κάποιας τέχνης που θα αποτελούσε αφενός μέσο εκπαίδευσης του προσωπικού και αφετέρου μια λύση στο πεδίο της μάχης.

Η άλλη πιο ρομαντική θεωρεί ότι η ανάπτυξη αυτών των τεχνών στηρίχθηκε στην ανάγκη των απλών και συνήθως άοπλων ανθρώπων, να αμυνθούν ενάντια σε καλύτερα οπλισμένες ομάδες .

Και στις δύο περιπτώσεις διακρίνεται ένας κοινός παρονομαστής ο οποίος είναι ότι οι πολιτισμοί σε όλον τον κόσμο ανάπτυξαν μια μορφή συνήθως άοπλης πολεμικής τέχνης  με πρωταρχικό στόχο την αυτοάμυνα.

Το αν αυτό εξελίχθηκε σε σύστημα φυσικής αγωγής, πνευματικής μελέτης, πολιτισμικής παράδοσης,  σε άθλημα ή σπορ αποτελεί αντικείμενο μελέτης των ειδικών στην εξελικτική κοινωνιολογία.

Η βάση είναι αυτό που εμάς ενδιαφέρει και είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση ότι η αυτοάμυνα προέρχεται από τις πολεμικές τέχνες  και όπως αυτές εξελίχθηκαν σε μαχητικά αθλήματα και ότι αυτά δημιουργούν και περιέχουν σημαντικά στοιχεία αυτοάμυνας.

Και αναφέρομαι σε  ανεξαιρέτως όλες τις τέχνες από όπου και άσχετα εάν οι κυρίαρχες τεχνικές διαφέρουν μεταξύ τους. Αυτό εξαρτάται από τις βασικές ικανότητες του χρήστη – ασκούμενου, από τις συνθήκες της σύγκρουσης και από το είδος της απειλής.

Σήμερα παρατηρείται μια αμφισβήτηση από κάποια συστήματα και ίσως μια απαξίωση των αθλημάτων από τους εισηγητές των συστημάτων αυτών, σε σχέση με την αυτοάμυνα, βασιζόμενη στο ότι τα αθλήματα που καλλιεργούνται στις σχολές υπόκεινται σε συγκεκριμένες συνθήκες μάχης (ρινγκ, τατάμι, κανονισμοί, διαιτητές κλπ) οι οποίες συνθήκες στερούνται τελείως των βασικών αρχών της αυτοάμυνας .

Θα μπορούσαμε άραγε να συμφωνήσουμε με τους δασκάλους των συστημάτων αυτών;.

Στα Μαχητικά Αθλήματα ο αθλητής γνωρίζει τους κανόνες, το που θα αγωνιστεί, τον χρόνο και πολλές φορές τον αντίπαλο.

Ο αιφνιδιασμός μπορεί να προκύψει μόνο κατά τη διαδικασία της.

Θα μπορούσαμε άραγε να συμφωνήσουμε ότι άλλο οι πολεμικές τέχνες- μαχητικά αθλήματα και άλλο η αυτοάμυνα;

Είναι άραγε τελείως διαφορετικές διαδικασίες;

Ας αναζητήσουμε αρχικά ποιοι είναι οι βασικοί άξονες προπονητικής σε ένα άθλημα και κατά προέκταση οι τομείς που πρέπει να καλύψει και να αναπτύξει ο δάσκαλος – προπονητής;

Α) Φυσική Κατάσταση (αντοχή, δύναμη, ταχύτητα, ευκαμψία κλπ)

Β) Τεχνική (βασικές αλλά και ειδικές δεξιότητες)

Γ) Τακτική (ψυχολογική προετοιμασία, στρατηγική, μέθοδος επίτευξης στόχου κλπ)

Τι χρειάζεται λοιπόν κάποιος για να μπορέσει να αμυνθεί αποτελεσματικά σε μία επίθεση;

Να μπορεί, που σημαίνει να έχει αναπτύξει τις ικανότητες να ελέγχει το σώμα του και να μπορεί να το κινεί κατά βούληση.

Να ξέρει, άρα να γνωρίζει τι πρέπει να κάνει και πότε.

Να μπορεί να εναρμονίζεται, κατά συνέπεια να ελέγχει στο βαθμό του δυνατού, το περιβάλλον στο οποίο διεξάγεται η μάχη  όπως και να διαμορφώνεται αυτό από τις συνθήκες.

Με άλλα λόγια φυσική κατάσταση, τεχνική και τακτική (οργανωμένη δράση).

Από την άλλη ποιες είναι οι αρχές της αυτοάμυνας προκειμένου να δράσει και να εφαρμόσει τι άραγε κάποιος;

Θα πρέπει λογικά να γνωρίζει τεχνική ή τεχνικές και να δράσει οργανωμένα και όχι άτακτα όπως συμβαίνει σε έναν αγώνα. Ακόμα και εάν αυτό δεν ισχύει τι τεχνικές θα εφαρμόσει στην αυτοάμυνα κάποιος; Θα είναι τέτοιες που δεν θα έχουν σχέση με τα Μαχητικά Αθλήματα ή τις Πολεμικές Τέχνες;

Εφόσον λοιπόν οι βάσεις είναι αυτές, οι τάσεις προβολής κάποιων συστημάτων που βασίζονται σε νεωτερισμούς που περισσότερο σχετίζονται με το σύγχρονο μάρκετινγκ ή ειδικές συνθήκες κάποιων χωρών με άλλες νοοτροπίες και άλλο τρόπο σκέψης ίσως να μην έχουν τόσο τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία για το ότι η αυτοάμυνα δεν έχει καμία σχέση με τα Μαχητικά Αθλήματα ή τις Πολεμικές Τέχνες.

Αναμειγνύοντας στρατιωτικές και αστυνομικές μεθοδολογίες, εκφράσεις και ενδυμασίες με πρότυπα άλλων χωρών και λαών , τροποποιώντας ελάχιστα βασικές δοκιμασμένες  τεχνικές μάχης που η σύγχρονη επιστήμη απέδειξε ότι ανατομικά και βιοκινητικά είναι οι πλέον ενδεδειγμένες και αποτελεσματικές, δεν δημιουργείς αυτοάμυνες αλλά «στυλ» τα οποία σεβαστά μεν αλλά όχι αποκαλυπτικά.

Το ζητούμενο είναι η δημιουργία ενός τρόπου σκέψης που θα συνδυάζετε με σωματικές και πνευματικές δεξιότητες σε οργανωμένο και ειλικρινές περιβάλλον  που θα ελέγχεται και θα καθοδηγείται από άρτια εκπαιδευμένους εισηγητές ώστε να γίνει κομμάτι μιας ολοκληρωμένης εκπαίδευσης και που να μπορεί να απευθύνεται σε όλο το εύρος ενός πληθυσμού που έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (βλ. Ελλάδα), ζει σε συγκεκριμένες συνθήκες και έχει ειδικά διαμορφωμένη ψυχοσύνθεση.

Να μπορεί να γίνει μια εκπαιδευτική διαδικασία που ταυτόχρονα να εξυπηρετεί ανάγκες που δημιουργούνται από μια εξελισσόμενη κοινωνία με όλες τις παραμέτρους και τα επακόλουθα αυτής της εξέλιξης. Όχι μόνο σε σωματικό ή τεχνικό επίπεδο αλλά και ψυχαγωγικό με την πραγματική σημασία της λέξης.